καρτεροῦν

καρτεροῦν
καρτερέω
to be steadfast
pres part act masc voc sg (attic epic doric)
καρτερέω
to be steadfast
pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric)
καρτερόω
strengthen
pres part act masc voc sg
καρτερόω
strengthen
pres part act neut nom/voc/acc sg
καρτερόω
strengthen
pres inf act (epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ονειρεμένος — η, ο [ονειρεύομαι] 1. αυτός που μοιάζει με όνειρο 2. αυτός που εμφανίζεται σε όνειρο 3. μτφ. μαγευτικός, ωραιότατος, έξοχος, εξαίσιος («καὶ καρτερούν τα μάγια, που πάνε... τους ανθρώπους σ ονειρεμένους τόπους», Παλαμ.). επίρρ... ονειρεμένα με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”